Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΕΝΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ Απαιτούν συμβάσεις γραμμένες σε λευκό χαρτί!

Μια αποκαλυπτική ανάγνωση του υπομνήματος που συνοδεύει την απόφαση του ΟΜΕΔ για την κλαδική σύμβαση των ζαχαρωδών


Ενα από τα επιχειρήματα που τελευταία προβάλλει η κυβέρνηση, και ειδικότερα η ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, στις διαβουλεύσεις για τα Εργασιακά, είναι ο ισχυρισμός πως οι εργοδοτικές ενώσεις δεν επιθυμούν σοβαρές αλλαγές στη νομοθεσία για την αγορά εργασίας και πως τις όποιες ανατροπές τις αξιώνουν οι «απέξω» και ειδικότερα το ΔΝΤ, που, σύμφωνα και με τη φράση του υπουργού Εργασίας, «ζητάει αίμα»!Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ ούτε εδώ πρωτοτυπεί. Από το 2010, που η αντιλαϊκή επίθεση πήρε τη μορφή των μνημονίων, οι αστικές κυβερνήσεις που ανέλαβαν να διαχειριστούν την καπιταλιστική κρίση σε βάρος του λαού, πρόβαλλαν επίμονα αυτό το προπαγανδιστικό εύρημα, σε μια προσπάθεια να «βγάλουν λάδι» το ντόπιο κεφάλαιο, να χαράξουν πλαστές διαχωριστικές γραμμές (από τη μια πλευρά η χώρα και από την άλλη οι «σκληροί» δανειστές), αφήνοντας στο απυρόβλητο το ρόλο των επιχειρηματικών ομίλων και τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης.
Με το προπαγανδιστικό αυτό σχήμα, η κυβέρνηση παρουσιάζει ταυτόχρονα τον ΣΕΒ ως «σύμμαχο», με τον οποίο θα προστατέψει τάχα τα εργασιακά δικαιώματα, καλώντας τους εργαζόμενους να συναντηθούν με τους εργοδότες «σε ένα γόνιμο και δημιουργικό διάλογο για τη βελτίωση και την αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων, την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τη μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, που δεν μπορεί παρά να βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό του ρόλου των παραγωγικών φορέων», όπως είπε ο Αλ. Τσίπρας στην πρόσφατη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ.
Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, η εργοδοσία κλιμακώνει την επιθετικότητά της. Το επιβεβαιώνουν οι απολύσεις, η απληρωσιά, οι ατομικές συμβάσεις που επιβάλλει, η κατάπνιξη κάθε εργατικής διεκδίκησης, με όλα τα μέσα και κυρίως οι νέες αξιώσεις σε βάρος των εργατικών συμφερόντων που προβάλλει με κάθε ευκαιρία. Απ' αυτήν την άποψη, η στάση των εργοδοτικών ενώσεων στις διαπραγματεύσεις για τις κλαδικές συμβάσεις είναι αποκαλυπτική για το τι ακριβώς επιδιώκει το κεφάλαιο ενόψει των διαπραγματεύσεων για τα Εργασιακά.

Αναγνωρίζουν μόνο τα κατώτερα όρια
Μόλις την προηγούμενη βδομάδα, ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) εξέδωσε άλλη μια απόφαση για τη συλλογική διαφορά μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των εργαζομένων σε βιομηχανίες, βιοτεχνίες και εργαστήρια ζαχαρωδών. Και αυτή η απόφαση αποδεικνύει ότι ο ΟΜΕΔ αποτελεί μηχανισμό περικοπής των εργατικών μισθών και αφαίρεσης εργασιακών δικαιωμάτων. Στη συγκεκριμένη σύμβαση, μιλάμε για μειώσεις στους μισθούς μεγαλύτερες από 20% σε σύγκριση με προηγούμενες συλλογικές συμβάσεις, καθώς και κατάργηση του ανθυγιεινού επιδόματος.
Στη διαιτητική διαφορά εκ μέρους της εργοδοσίας εμπλέκονταν ο ΣΕΒ, η ΓΣΕΒΕΕ, η Ενωση Βιομηχανιών - Βιοτεχνιών Ζαχαρωδών Ελλάδος (ΕΒΒΖΕ) και η Ομοσπονδία Επαγγελματοβιοτεχνών Ζαχαροπλαστών Ελλάδος (ΟΕΖΕ). Το πρακτικό της απόφασης του ΟΜΕΔ, στο οποίο περιγράφονται οι θέσεις του ΣΕΒ και των άλλων εργοδοτικών οργανώσεων, είναι εξόχως αποκαλυπτικό.
Συγκεκριμένα, στο υπόμνημα ΣΕΒ - ΕΒΒΖΕ σημειώνεται μεταξύ άλλων: «Οι επιχειρήσεις παραγωγής ζαχαρωδών προϊόντων, μέλη του ΣΕΒ και της ΕΒΒΖΕ, έχουν προχωρήσει σε μειώσεις μισθών/ημερομισθίων στους ήδη εργαζόμενους στον κλάδο, ενώ οι προσλήψεις εργαζομένων στο διάστημα αυτό πραγματοποιούνται βάσει του νόμιμου νομοθετημένου κατώτατου μισθού/ημερομισθίου (σ.σ. 586 και 511 ευρώ μεικτά). Κατ' επέκταση δεδομένου ότι μια συλλογική ρύθμιση ορίζει τα κατώτατα όρια αμοιβών σε έναν κλάδο, είναι ανάγκη να προσδιοριστούν αυτά τα κατώτατα όρια ρεαλιστικά και σε συσχέτιση με τις σημερινές καταβαλλόμενες αποδοχές που ισχύουν στις επιχειρήσεις (μέλη του ΣΕΒ και της ΕΒΒΖΕ) που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής».
Από τα παραπάνω, γίνεται καθαρό ότι οι εργοδότες δεν απαιτούν μόνο τη μείωση των μισθών στη συγκεκριμένη κλαδική σύμβαση, αλλά να αλλάξει το ίδιο το περιεχόμενο της κλαδικής σύμβασης, η οποία, όπως λένε, πρέπει να ορίζει «τα κατώτατα όρια σε έναν κλάδο» και όχι το σύνολο των αποδοχών.
Προβάλλουν, επίσης, την αξίωση ακόμα και αυτά τα κατώτερα όρια μιας κλαδικής σύμβασης να ορίζονται σε συσχέτιση με τα κατώτερα όρια της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, δηλαδή να συγκλίνουν με τα κατώτερα όρια που έχουν θεσμοθετηθεί με την ΠΥΣ του 2012 για τον ανειδίκευτο εργάτη και υπάλληλο. Ετσι εννοούν οι εργοδότες το «ρεαλιστικά». Φέρνουν μάλιστα ως πρόσθετο επιχείρημα ότι αυτό πρέπει να γίνει καθώς οι νέες προσλήψεις στον κλάδο έτσι και αλλιώς γίνονται με τον κατώτερο μισθό και το κατώτερο μεροκάματο. Επί της ουσίας, διατυπώνεται η αξίωση ο εισαγωγικός κλαδικός μισθός να μη διαφέρει από τον κατώτερο μισθό της ΕΓΣΣΕ.
Σκέτος μισθός - τέρμα τα επιδόματα
Σχετικά με το αίτημα για επαναφορά των επιδομάτων, ο ΣΕΒ και η ΕΒΒΖΕ επισημαίνουν στο υπόμνημα ότι ρυθμίσεις «που περιείχαν επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας (10 τριετίες), επίδομα γάμου, επίδομα τουριστικής εκπαίδευσης και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, θεωρούμε ότι αυξάνουν ιδιαίτερα το μισθολογικό κόστος στις επιχειρήσεις μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων που θα καλύψει μια συλλογική ρύθμιση έναντι των επιχειρήσεων που δεν είναι μέλη τους, εφόσον δεν ισχύει η επέκταση της ισχύος των ΣΣΕ με Υπουργική Απόφαση. Γι' αυτό το λόγο, θεωρούμε ότι θα πρέπει να υπόκειται στην ευχέρεια της επιχείρησης που έχει την οικονομική δυνατότητα ή άλλα κίνητρα, αν κρίνει και μπορεί να καταβάλλει στους εργαζόμενους, ανάλογα με τη θέση και το είδος της εργασίας που παρέχουν. Αντίθετα, στο επίπεδο των κατώτατων αμοιβών τέτοια κίνητρα δεν μπορούν και δεν πρέπει να υπάρχουν».
Δηλαδή, ο ΣΕΒ και οι άλλες εργοδοτικές οργανώσεις θέτουν ευθέως ζήτημα κατάργησης όλων των επιδομάτων. Επιδιώκουν την κατάργηση των επιδομάτων της προϋπηρεσίας, του γάμου, της ανθυγιεινής εργασίας, των σπουδών και όποιου άλλου επιδόματος προβλέπεται σε σύμβαση. Ζητούν κλαδικές συμβάσεις απογυμνωμένες από κάθε επίδομα.
Γι' αυτούς δεν έχουν καμία σημασία ούτε η προϋπηρεσία ούτε οι συνθήκες εργασίας ούτε η εκπαίδευση ούτε βέβαια τα επιπρόσθετα βάρη που έχει ο εργαζόμενος όταν κάνει οικογένεια. Οποιοδήποτε ποσό πάνω από τα κατώτερα όρια της κλαδικής, επαφίεται στη ...μεγαθυμία του εργοδότη «αν κρίνει και μπορεί», όπως προκλητικά διατυπώνεται στο υπόμνημα του ΣΕΒ.
Ομως, δεν είναι μικρότερης σημασίας η θέση που διατυπώνει ο ΣΕΒ στην τελευταία φράση του πιο πάνω αποσπάσματος, όπου σαφώς δηλώνει ότι στα κατώτατα όρια δεν πρέπει να υπάρχει κανένα επίδομα. Η θέση αυτή, με δεδομένο ότι και η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση καθορίζει τους κατώτερους μισθούς και τα κατώτερα μεροκάματα, υποδηλώνει σαφώς ότι ο ΣΕΒ ανοίγει την πόρτα για την κατάργηση κάθε επιδόματος και στην περίπτωση της ΕΓΣΣΕ. Η απαίτηση είναι προκλητική και αποκαλύπτει την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, που μέχρι τώρα διαβεβαιώνει ότι οι εργοδοτικές οργανώσεις δεν θέτουν ζήτημα για τριετίες στην περίπτωση της ΕΓΣΣΕ.
Διαπραγμάτευση από το απόλυτο μηδέν
Κατά καιρούς, σε δημόσιες παρεμβάσεις τους, οι εκπρόσωποι των εργοδοτικών ενώσεων εμφανίζονται να ζητούν την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, γεγονός που δεν χάνει ευκαιρία να επικαλείται και το υπουργείο Εργασίας, για να διαφημίσει τον «θετικό» τους ρόλο. Αυτό όμως που δεν λένε οι εργοδότες και αποκρύπτει επιμελώς το υπουργείο, είναι σε ποια βάση εννοούν αυτήν την επαναφορά.
Από τα σχετικά υπομνήματα του ΣΕΒ και των άλλων εργοδοτικών ενώσεων, φαίνεται καθαρά ότι βάση για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων με τα συνδικάτα, θεωρούν το σημείο «μηδέν». Δηλαδή, ως προϋπόθεση για την αναβίωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι εργοδότες θέτουν το σβήσιμο όλων των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στις προηγούμενες συμβάσεις.
Γράφεται χαρακτηριστικά στο πρακτικό του ΟΜΕΔ πως ο ΣΕΒ «επαναλαμβάνει τη θέση ότι η προτεινόμενη συλλογική ρύθμιση αποτελεί πρώτη συλλογική ρύθμιση, εφόσον οι προϊσχύσασες συλλογικές ρυθμίσεις και η μετενέργεια αυτών έχουν λήξει...». Κατά συνέπεια, την όποια επαναφορά των διαπραγματεύσεων, οι εργοδότες την θέλουν να γίνεται σε «λευκό χαρτί».
Δεν αναγνωρίζουν τίποτα από τις προηγούμενες συλλογικές συμβάσεις και αυτό αφορά και τους μη μισθολογικούς όρους, καθώς, όπως γράφεται στο υπόμνημα, «...οι μη μισθολογικοί όροι των συλλογικών ρυθμίσεων που έληξαν δεν πρέπει να τίθενται εκ νέου ως όροι της προτεινόμενης συλλογικής ρύθμισης και ως παράδειγμα αναγράφεται η χορήγηση ημερών αδείας με αποδοχές πέραν των οριζόμενων κατά περίπτωση από το νόμο».
Με μια κουβέντα, το κεφάλαιο εμφανίζεται να ζητάει την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, στο βαθμό που μ' αυτές θα κατοχυρώνονται στην πράξη όλες οι προηγούμενες ανατροπές σε βάρος της εργατικής τάξης, σβήνοντας από το χάρτη όλες τις συμβάσεις και όποιες κατακτήσεις είχε στο διάβα των προηγούμενων δεκαετιών. Και αυτό αφορά όχι μόνο τα μισθολογικά, αλλά και τους μη μισθολογικούς όρους.
Από αυτήν τη σκοπιά, δεν είναι καθόλου τυχαία η στάση της κυβέρνησης, η οποία, στον προθάλαμο των διαπραγματεύσεων για τις επόμενες ανατροπές στα Εργασιακά, μεταμορφώνει τους λύκους σε αμνούς, για να κρύψει από τους εργάτες τον πραγματικό αντίπαλο, υποβαθμίζει και αποκρύπτει τις προκλητικές τους απαιτήσεις και από κοινού με τους εργοδότες σκάβουν το λάκκο στους εργαζόμενους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου